- χελωνάριον
- χελων-άριον, τό, Dim. of χελώνη,A inferior tortoise-shell, Peripl. M.Rubr.10.2 tail-piece, of the stand of a torsion-engine, Hero Bel.84.8.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
χελωνάριον — inferior tortoise shell neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
χελωνάριον — τὸ, Α 1. όστρακο από μικρή χελώνα 2. κωλυμάτιον*, εξάρτημα μηχανής. [ΕΤΥΜΟΛ. < χελώνη + υποκορ. κατάλ. άριον (πρβλ. στρουθ άριον)] … Dictionary of Greek
χελωναρίου — χελωνάριον inferior tortoise shell neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
χελωναρίῳ — χελωνάριον inferior tortoise shell neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
χελωνάρια — χελωνάριον inferior tortoise shell neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)